Έρχεται ο σινεμάς

Mυθιστόρημα.

Εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ» (κυκλοφορεί).

Το συγκλονιστικό οδοιπορικό ενός πλανόδιου επαρχιώτη κινηματογραφιστή
στις αρχές της δεκαετίας του 1960 σε χωριά της Πελοποννήσου ρημαγμένα
από τον εμφύλιο πόλεμο και τη μετανάστευση, όπου έπαιζε σινεμά σε
καφενεία και αυλές σχολείων.
Η κοινωνική και πολιτική προσφορά του στους προλετάριους της υπαίθρου.
Ο «αποκεφαλισμός» του από την 21η Απριλίου.
Η 42χρονη «εξορία» του στην Αθήνα.
Η ασταμάτητη πάλη του με την απογοήτευση.
Η δικαίωσή του στα γεράματα, στον λαικό ξεσηκωμό των ημερών μας.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

* «Αγαπητή Ντίνα. Το νέο πόνημά σου, γεμάτο αλήθεια, ειλικρίνεια και ρεαλισμό, όχι απλώς ικανοποιεί τον σύγχρονο πονεμένο άνθρωπο, αλλά και τον ωφελεί με τα τολμηρά μηνύματα, που του προσφέρει. Πέρασε η εποχή της υποκρισίας. Όλοι αναζητούν την αλήθεια και παραδέχονται αυτόν που την λέγει και την γράφει και μάλιστα με άριστη λογοτεχνική διατύπωση, όπως την γράφεις και εσύ…».

Ευστάθιος μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης

 

* «Μόλις διάβασα το βιβλίο «Έρχεται ο σινεμάς» ένα ήταν το κύριο συναίσθημα που με κατέλαβε: Πληρότητα. Πληρότητα συναισθηματική. Αισιοδοξία για την επιμονή της ζωής να νικάει και πίκρα για τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας και των ανθρώπων. Ένα υπέροχο βιβλίο που διαβάζεται απνευστί, που συνεπαίρνει, σε κάνει να δακρύζεις και να γελάς. Συγχαρητήρια…».

Μανούσος Μανουσάκης σκηνοθέτης

 

* «Το βιβλίο είναι εξαιρετικό. Μας άρεσε πολύ…»

Μαρία Ζαχαρή, Ηλίας Λογοθέτης ηθοποιοί

 

* «Με πιπεράτες δόσεις χιούμορ η Ντίνα Εξάρχου σκιαγραφεί την επαρχιακή ελληνική κοινωνία στη διαδρομή των δύο δύσκολων μεταπολεμικών δεκαετιών, όπου η ελπίδα, η αισιοδοξία η δίψα για πρόοδο και εξέλιξη είχαν προοπτική. Η εναλλαγή διαλόγων ή σκέψεων και στίχων όμορφων νοσταλγικών ελληνικών τραγουδιών χαρίζουν την πρωτοτυπία του περιεχομένου στο βιβλίο αυτό, που προσωπικά χαρακτηρίζω τόσο ενδιαφέρον όσο και ευχάριστο…».

Αθανασία Αρβανίτη εκπαιδευτικός

 

* «Καμιά φορά η όψη ενός βιβλίου δεν λέει τίποτα για το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση όμως του βιβλίου της Ντίνας Εξάρχου τα λέει όλα! Από τις πρώτες κιόλας σελίδες η συγγραφέας αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Με την εμπειρία της στις εφημερίδες και την τηλεόραση εικόνα και λόγος δίνουν μια κινηματογραφική διάσταση στο…έργο «Έρχεται ο σινεμάς»! Έτσι ο αναγνώστης-θεατής φορτισμένος δεν ξέρει αν διαβάζει ένα βιβλίο ή βλέπει σινεμά! Δεν θα σας πω τίποτα για την υπόθεση του έργου παρά μόνον αυτό: Ότι λειτούργησε μέσα μου ως ανακούφιση των παιδικών μου εγκαυμάτων. Γιατί η Ντίνα Εξάρχου χειρίζεται τον χαμένο χρόνο με μαεστρία, σε μια εναλλαγή στιγμών έντασης και χαλάρωσης…Μπράβο, Ντίνα! Σ’ ευχαριστώ…».

Γιώργος Λεβεντογιάννης δημοσιογράφος

 

* «Η ανάγνωση των καλών βιβλίων είναι σαν τη συνομιλία με τους τελειότερους ανθρώπους» έχει πει ο Καρτέσιος. Το βιβλίο «Έρχεται ο σινεμάς» ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Είναι ένα μυθιστόρημα που αναμφίβολα συγκαταλέγεται στα καλύτερα που έχουν γραφτεί για την μετεμφυλιακή Ελλάδα της υπαίθρου και της Αθήνας. Ένα μυθιστόρημα τρυφερό, συγκινητικό, διδακτικό, ανθρώπινο, που από τις πρώτες κιόλας σελίδες του αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι αποκαλυπτική, διαχυτική, ενεργητική, ρέουσα. Οι μικρές προτάσεις ξεκουράζουν. Οι διάλογοι ζωντανοί, αυθεντικοί-άλλοτε τρυφεροί και άλλοτε σκληροί- χαρακτηριστικά δείγματα ντόπιας διαλέκτου, θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν το βιβλίο ως μια διατριβή στη γλωσσολογία.

Το μυθιστόρημα βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, αλλά εκτυλίσσεται με βάση μια πρωτότυπη μυθοπλασία, που το κάνει να διαβάζεται με φοβερό ενδιαφέρον. Δεν του λείπει ούτε η πλοκή ούτε τα πρόσωπα. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος με έντονα όμως τα λαογραφικά στοιχεία και τις πολιτικές αναφορές, που και στην κατηγορία λαογραφικό-πολιτικό θα μπορούσαν να το κατατάξουν. Οι εικόνες που παραθέτει είναι τόσο ζωντανές, που νιώθει κανείς πως ο ίδιος ήταν παρών και έζησε αυτά για τα οποία μιλάνε οι εικόνες αυτές. Έτσι ο αναγνώστης-φορτισμένος θεατής πια-δεν ξέρει αν διαβάζει ένα βιβλίο ή βλέπει σινεμά. Είναι πραγματικά ένα μυθιστόρημα-έκπληξη! Ένα μυθιστόρημα εντυπωσιακό, γεμάτο στιγμές νοσταλγίας και αθωότητας για τους μεγαλύτερους και διδάγματα αγωνιστικότητας για τους νεότερους. Ένα μυθιστόρημα που τιμά την άξια συγγραφέα του και προσφέρει γνώσεις και πολλές συγκινήσεις σε όσους το διαβάζουν…».

Αθηνά Πατεράκη-Ρέτζεκα φιλόλογος-λυκειάρχης (μιλώντας στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ελίκα Λακωνίας)

 

* «Με καμβά το σινεμά και με σταθερό υπόβαθρο τη μωρο-ιδεολογική διαμάχη που σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο μάστιζε- και δυστυχώς εξακολουθεί να μαστίζει- τον ελληνικό λαό, κυρίως αυτόν που λέμε «λαουτζίκο», η Ντίνα Εξάρχου δημιούργησε ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, που μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Δεν θα σταθώ στα επιμέρους στοιχεία του βιβλίου, ούτε στην αριστοτεχνική δομή του, ούτε στη συναρπαστική αφηγηματικότητα της συγγραφέως. Θα επισημάνω μόνο αυτό που εμένα με άγγιξε περισσότερο: Με βάση τις δύο κύριες παραμέτρους του- τον καμβά (σινεμά) και το υπόβαθρο (ιδεολογική διαμάχη)- το βιβλίο έχει και σαφώς επιστημονικό περιεχόμενο. Είναι- ή θα μπορούσε να είναι- δοκίμιο ή και διατριβή λαογραφίας και γλωσσολογίας. Και εξηγούμαι: Είναι διατριβή λαογραφίας, γιατί μας δίνει παραστατικότατα ζωντανές εικόνες από τη νοοτροπία, τα ήθη, τον τρόπο ζωής και τις παραδόσεις των ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη, σχετικά μικρή περιοχή της Ελλάδας. Είναι διατριβή ή και δοκίμιο γλωσσολογίας, αφού η συγγραφέας κατάφερε, συνειδητά ή όχι, να συγκεντρώσει τόσους και τόσους ιδιωματισμούς, δείγματα χαρακτηριστικά της ντοπιολαλιάς, αλλά και των ξενικών γλωσσικών επιδράσεων στην ίδια περιοχή. Μπράβο, Ντίνα…».

Νίκος Πολίτης δημοσιογράφος

 

* «Ντίνα, το βιβλίο σου, μετά από μια δεύτερη πιο προσεκτική εκτίμηση, αξίζει όντως να προβληθεί, να προσεχθεί και να συνεχίσει με διάφορους τρόπους την πορεία του…».

Φώντας Λάδης δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής

 

* «Η Ντίνα Εξάρχου είναι μία μοναδικής  ποιότητας δημοσιογράφος, με πλείστες επιτυχίες και αποκλειστικότητες. Με γραφή αξιοθαύμαστα λιτή, ιδιαιτέρως εύστοχη και κομψά αυστηρή περιγράφει στο τελευταίο βιβλίο της, το «Έρχεται ο σινεμάς», την προσπάθεια ενός επαρχιώτη πλανόδιου κινηματογραφιστή να κατακτήσει μια καλύτερη ζωή.
Με όσα έχει μάθει από τη δημοσιογραφική έρευνα, την ιστορία, τη νομική επιστήμη και την ποίηση, η Εξάρχου έγραψε με μαστοριά ένα μυθιστόρημα, που αναμφίβολα συγκαταλέγεται στα καλύτερα που έχουν γραφτεί για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα.
Είναι ένας «Σινεμάς» άξιος για Όσκαρ. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα ηφαίστειο που βράζει αλλά δεν βγάζει καπνό. Το κυριότερο ερώτημα που θέτει το βιβλίο είναι: Τι αξίζει περισσότερο; Να ζει κανείς μακάριος και πτωχός τω πνεύματι σε μια ήρεμη, αρυτίδωτη λίμνη ή να θαλασσοδέρνεται στον ωκεανό της γνώσης, του πάθους, των προβλημάτων και των αγώνων; Η Εξάρχου αφήνει για το τέλος την απάντηση, μιας και ξέρειπολύ καλά τη συνταγή να συναρπάζει τον αναγνώστη».

Παναγιώτης Μήλας δημοσιογράφος

 

* Ένα βιβλίο γραμμένο χωρίς πάθος και χωρίς λάθος.

Κώστας Τσαούσης δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός

 

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

 

  • Στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Ελεύθερη Ζώνη»
  • Στην ηλεκτρονική εφημερίδα “EllisPoint”
  • Στην έντυπη εφημερίδα «Παρασκευή και 13»
  • Στην εκπομπή της ΕΡΤ «Πρωινή Ενημέρωση»
  • Στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση»
  • Στο ηλεκτρονικό περιοδικό “catisart.gr”
  • Στην ιστοσελίδα “styx.gr”
  • Στην έντυπη εφημερίδα «Ναυτεμπορική»
  • Στην έντυπη εφημερίδα «Μετέωρα»
  • Στην Ελίκα Λακωνίας από τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο υπό την αιγίδα του Δήμου Μονεμβασίας
  • Στην Ασπροκκλησιά Καλαμπάκας από τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο
  • Στον ραδιοφωνικό σταθμό 902 στην εκπομπή της Άννεκε Ιωαννάτου «Από τη σμίλη στον Γουτεμβέργιο»
  • Στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Ζούγκλα»
  • Στην ιστοσελίδα «Παρατηρητής» (του Πειραιά)
  • Στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό «Διάστιχο»
  • Στην έντυπη εφημερίδα «Δημοκρατία»
  • Στο ηλεκτρονικό περιοδικό «aixmi.gr»

 

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

 

Στην κατάμεστη από βιβλιόφιλους αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ, στις 15 Οκτωβρίου 2012, δεν έγινε μια συνηθισμένη παρουσίαση βιβλίου.

Έγινε το «κάτι άλλο».

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που χαρακτήρισαν την εκδήλωση «όαση μέσα στην έρημο της ελληνικής πολιτιστικής κατρακύλας».

Δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που είπαν: «Αυτή δεν ήταν παρουσίαση βιβλίου. Ήτανε γλυκό κρασί, που ζέστανε τις ψυχές μας τις παγωμένες από τη βαρβαρότητα της ζωής που ζούμε».

Το «ποδαρικό» της εκδήλωσης ήταν τυχερό. Το έκανε η αείμνηστη Γεωργία Βασιλειάδου με ένα σπαρταριστό πεντάλεπτο από την παλιά ελληνική ταινία «Η θεία απ’ το Σικάγο», που προβλήθηκε στο «βίντεογουολ» της αίθουσας.

«Έχω μείνει έκπληκτη από αυτά που είδαν απόψε τα μάτια μου και άκουσαν τα αφτιά μου» δήλωσε η δημοσιογράφος και βουλευτής Σοφία Βούλτεψη.

«Τι έπαθα απόψε;» αναρωτήθηκε η πρόεδρος του ΕΔΟΕΑΠ Ελένη Σπανοπούλου χαιρετίζοντας την εκδήλωση. Και εξήγησε: «Έπαθα με την παρουσίαση του νέου βιβλίου της παλιάς φίλης Ντίνας Εξάρχου, που με λόγο σταράτο, με εικόνες, με ήχους και μουσική, με τραγούδι, με χορό και θεατρική ερμηνεία στην ανάγνωση και κυρίως με ψυχή παρουσίασε το βιβλίο της κάνοντάς μας όλους περήφανους για τη δημοσιογραφία που αντιστέκεται, για την αξία που επιμένει, για τον άνθρωπο που έχει τη δύναμη μέσα στην κατάρρευση να γράφει και να φωνάζει, όπως τότε, «έρχεται ο σινεμάς», δηλαδή «έρχεται το όνειρο». Να’σαι καλά, Ντίνα και να ακούω πάντα καλά το όνομά σου».

Στο πάνελ της παρουσίασης το γενικό «πρόσταγμα» είχε ένας διακεκριμένος άνθρωπος της κρατικής τηλεόρασης, ο Κώστας Αρβανίτης, με τη συγγραφέα δίπλα του, η οποία καλωσόρισε τον κόσμο τονίζοντας : «Η αποψινή παρουσία σας εδώ δεν τιμά μόνον εμένα. Τιμά κυρίως την ελληνική λογοτεχνία, που βάλλεται από την υποκουλτούρα.

Άγρια πολιορκείται η λογοτεχνία μας από το ημεδαπό «άρλεκιν» και το αλλοδαπό πορνό, τα οποία, σας πληροφορώ, πουλάνε τρελά. Στην Ελλάδα του Παπαδιαμάντη, του Καζαντζάκη, του Παλαμά, του Σολωμού, του Κάλβου, του Σικελιανού, του Καβάφη, του Ρίτσου, του Βάρναλη, στην Ελλάδα με τα δύο Νόμπελ στον Σεφέρη και τον Ελύτη είναι αίσχος να πουλάνε τρελά τα «λογοτεχνικά» σκουπίδια!

Εμένα προσωπικά δεν με εντυπωσιάζει αυτή η κατάσταση. Το θεωρώ φυσιολογικό να συμβαίνει αυτό το αίσχος, αφού ζούμε σε πρωτοφανή παρακμή. Εκείνο που με προβληματίζει είναι τι θα κάνουμε εμείς. Θα αντιδράσουμε ή θα αφήσουμε την παρακμή και τα σκουπίδια της να μας καταπιούν»;

Κεντρικοί ομιλητές στην παρουσίαση του βιβλίου ήταν ο δυναμικός και πολυπετυχημένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου και της τηλεόρασης Μανούσος Μανουσάκης και η γλυκύτατη στην ομιλία και στην «πένα» της δημοσιογράφος Ειρήνη Αιβαλιώτου. Οι ομιλίες τους ήταν συναρπαστικές και δικαίως χαρακτηρίστηκαν από το κοινό «λογοτεχνία μέσα στη λογοτεχνία».

Δίπλα στους κεντρικούς ομιλητές τρεις ταλαντούχοι καλλιτέχνες: Οι ηθοποιοί Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος και Εύα Αλεξανδρή και η πιανίστα και τραγουδίστρια Σάσα Παπαλάμπρου. Το «τρίο» που έκλεψε την «παράσταση» με τη θεατρική ανάγνωση κειμένων του βιβλίου, με την ερμηνεία αξέχαστων τραγουδιών από παλιές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και σύγχρονων τραγουδιών από το CD της Σάσας Παπαλάμπρου και του στιχουργού και συνθέτη Νίκου Κολλάρου, που κυκλοφορεί με τον τίτλο «Πορτραίτο».

Η πιο ενθουσιαστική «στιγμή» της εκδήλωσης ήταν η «στιγμή» του ταγκό του γάμου των δύο πρωταγωνιστών του βιβλίου, που απαράμιλλα χόρεψαν ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος και η Εύα Αλεξανδρή καταχειροκροτούμενοι από τον κόσμο.

Ζωηρός ήταν ο προβληματισμός του κοινού την ώρα των ερωτήσεων και των παρεμβάσεων.

Η επισήμανση που είχε κάνει στην ομιλία του ο Μανούσος Μανουσάκης ότι «η ελληνική ψυχή που χάθηκε είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου» ήταν ένα ισχυρό κίνητρο για να τονιστεί σε αρκετές παρεμβάσεις η ανάγκη της μαζικής ανάτασης και του μαζικού αγώνα στον ανηφορικό δρόμο της εξόδου από τη σύγχρονη ελληνική τραγωδία.

Ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Άγγελος Μαρόπουλος συμφώνησε με την άποψη της Ειρήνης Αιβαλιώτου ότι με το βιβλίο της η συγγραφέας  «απαντά ούτε λίγο ούτε πολύ στην πραγματικότητά μας την εικονική, αυτή των μέσων ενημέρωσης». Και υποστήριξε ότι «ο ελληνικός λαός σήμερα δεν είναι καθόλου ενημερωμένος παρά το γεγονός ότι βομβαρδίζεται από χιλιάδες πηγές ειδήσεων».

Ένας άλλος παλαίμαχος δημοσιογράφος, ο Νίκος Πολίτης, τόνισε στην παρέμβασή του ότι οι αλήθειες του βιβλίου τον συγκλόνισαν και πρόσθεσε ότι ο «σινεμάς» περιέχει άφθονο υλικό για κάποιον που θέλει να γράψει δοκίμιο με γλωσσολογικό ή λαογραφικό περιεχόμενο.

Ερωτώμενη, τέλος, η συγγραφέας από τον συντονιστή της εκδήλωσης ποιο είναι το πολιτικό μήνυμα του βιβλίου απάντησε: « Ο κινηματογράφος είναι το περίβλημα του βιβλίου. Ένα διάφανο περίβλημα, που επιτρέπει στον αναγνώστη να δει άνετα το «μέσα». Αυτό το «μέσα» είναι πολιτικό από την αρχή ως το τέλος. Στον κινηματογράφο, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι απλοί άνθρωποι του χωριού πέταξαν από πάνω τους τον φόβο και έγιναν ενεργοί πολίτες. Αγωνίστηκαν όλοι μαζί και είχαν κατακτήσεις. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου τις πετσόκοψε αυτές τις κατακτήσεις, όπως τις πετσοκόβει σήμερα η οικονομική κρίση.

Στο «σήμερα» τελειώνει και το βιβλίο και τελειώνει με αισιοδοξία. Ξανά ο λαός μας αγωνίζεται με ομοψυχία για να ξαναβρεί τις χαμένες κατακτήσεις του.

Έρχεται ο σινεμάς, έρχεται ξανά το όνειρο, έρχεται ξανά το καινούργιο».

 

Η ομιλία του Μανούσου Μανουσάκη

 

Όταν κοιτάζω παλιές φωτογραφίες της πόλης, της κάθε πόλης της Ελλάδας, νιώθω μια θλίψη να με κατακλύζει γι’ αυτό που οι Νεοέλληνες γκρεμίσανε.

Νιώθω μια αίσθηση απώλειας της ομορφιάς και της σύγχρονης ιστορίας μου.

Το τραγικό δεν είναι ότι γκρεμίστηκαν τα υπέροχα κτίρια, το τραγικό είναι ότι πριν γκρεμιστούν τα κτίρια κατεδαφίστηκε η ψυχή των κατεδαφιστών, γιατί δεν θα χάνονταν όλα αυτά που χάθηκαν, αν δεν είχε χαθεί πρώτα η ψυχή.

Αυτή την ψυχή που χάθηκε βλέπουμε στο έργο της Ντίνας Εξάρχου. Αυτή η ελληνική ψυχή που χάθηκε είναι ο πρωταγωνιστής του έργου της.

Το πώς και γιατί χάθηκε, το πώς ανακόπηκε αυτή η ιερή φόρα της χώρας μας θα το πουν οι ειδικότεροι.

Πολλές οι αιτίες, εσωτερικές και εξωτερικές.

Το βιβλίο της κ. Εξάρχου περιγράφει με τον γλαφυρότερο τρόπο μια Ελλάδα που σπαρταράει από ζωή, που τανύζει το κορμί της από τους πόνους της γέννας του καινούργιου.

Παρ’ όλη τη βία, τις διώξεις, τη μισαλλοδοξία, το ποτάμι έχει φουσκώσει και παρασύρει με την ορμή του τους τελευταίους θύλακες αντίδρασης, τους τελευταίους που γαντζωμένοι πάνω στα βούρλα της όχθης προσπαθούν να το σταματήσουν και να το γυρίσουν πίσω. Το ποτάμι όμως τους παρασύρει σαν σπιρτόξυλα.

Έξαφνα όλα χάνονται με το ανοιγοκλείσιμο του ματιού, η μια στιγμή φαντάζει αιώνας και είμαστε στο σήμερα, το αδυσώπητο, το ανάλγητο σήμερα.

Κλείνοντας το βιβλίο αναλογίζομαι αυτό που χάθηκε και λέω:

-Δεν είναι δυνατόν να χάθηκαν όλα αυτά. Όλα αυτά τα είχα εγώ, τα είχα δημιουργήσει εγώ!

Εγώ ήμουν αυτός που άπλωνα το χέρι μου σε όποιον ήθελε βοήθεια.

Εγώ ήμουν αυτός που άπλωνα το χέρι μου με υπερηφάνεια όταν χρειαζόμουν βοήθεια.

Εγώ ήμουν αυτός που το «εμείς» το έβαζα πάνω από το «εγώ».

Και καταλήγω με μία σκέψη:

Αν ήμουν τότε έτσι, στο χέρι μου είναι να ξαναγίνω.

Το να ξανακερδίσω την ψυχή μου είναι στο χέρι μου!!!!

Και όχι μόνο στο χέρι μου, αλλά και επιβεβλημένο στην κατάσταση που βρισκόμαστε τώρα.

Δεν υπονοώ την οικονομική κρίση της χώρας μας, αλλά την πολιτιστική κρίση.

Μια πολύ σοβαρότερη κρίση, όπου ελλοχεύουν πολύ περισσότεροι κίνδυνοι.

Αυτή η πολιτιστική κρίση επιτρέπει να αναβιώνουν φαντάσματα του παρελθόντος μεταμφιεσμένα σε πολιτικά μορφώματα υποκαθιστώντας τους θεσμούς με τη δική τους αυθαίρετη ερμηνεία.

Ο καθένας μας πρέπει να είναι φραγμός με τις καθημερινές του πράξεις απέναντι σ’ αυτή την απειλή.

Και για να τελειώνω.

Μόλις διάβασα το βιβλίο «Έρχεται ο σινεμάς» ένα ήταν το κύριο συναίσθημα που με κατέλαβε: Πληρότητα.

Πληρότητα συναισθηματική. Αισιοδοξία για την επιμονή της ζωής να νικάει και πίκρα για τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας και των ανθρώπων. Ένα υπέροχο βιβλίο, που διαβάζεται απνευστί, που συνεπαίρνει, σε κάνει να δακρύζεις και να γελάς. Σε κάνει να θυμώνεις, να ερωτεύεσαι, να θυμάσαι και να ξεχνάς.

 

Συγχαρητήρια, Ντίνα!

 

Η ομιλία της Ειρήνης Αιβαλιώτου

 

Είναι φορές που μπορεί να νιώσεις σαν παιδάκι χαμένο, χαμένο σε ένα δάσος, σε ένα πολύβουο εμπορικό δρόμο, δίχως ένα χέρι να σε κρατάει. Τότε η μοναδική σου ελπίδα είναι κάποιος να σε βρει ή κάτι να βρεις. Να ακούσεις ένα σάλπισμα. Μια ντουντούκα να ηχήσει. Να ανακαλύψεις ένα βιβλίο. Γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη. Και γιατί η λογοτεχνία σαφώς ωφελεί σε χαλεπούς καιρούς. Συνάντησα σε ένα πάγκο βιβλιοπωλείου αυτό το βιβλίο. Επρόκειτο για μια συνάντηση μοιραία. Μου έγνεψε. Το ζύγωσα. Με μια χαρά, παιδική σχεδόν, ανακάλυψα το όνομα της Ντίνας Εξάρχου στη θέση του συγγραφέως. Διατηρώ πάντα βαθύ σεβασμό και εκτίμηση πραγματική για την αγαπητή συνάδελφο. Απ’ τα χρόνια που υπήρξαμε σκαπανείς μιας εφημερίδας. Η κάθε μια από το πόστο της.

Άρχισα να διαβάζω ένα βιβλίο οξύ, ανήσυχο, ποιητικό. Το συμπύκνωμα μιας συνεπούς ακολουθίας βιωμάτων. Βιωμάτων που προηγήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και καταγράφηκαν με οξύνοια και κριτική σκέψη. Ένα βιβλίο που συλλαμβάνει με ρεαλισμό και ακρίβεια μνήμες οι οποίες σφράγισαν εντός μας ανεξίτηλους δεσμούς και καταστάσεις, αξίες διαχρονικές, ουσιαστικές, συγκινήσεις προσωπικής ερμηνείας δίχως να αλλοτριώνονται απ’ τις σειρήνες της εποχής.

Το φόντο του, μια βαθιά εσωτερικότητα, βλέμματα και εικόνες που περνούν με ταχύτητα αστραπής, σαν από παράθυρο αμαξοστοιχίας που διασχίζει σήραγγες και κάμπους, εναλλαγές ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.

Ενθυμούμαι με αίσθημα άσβεστο την πλατεία του χωριού της γιαγιάς μου, στον μεσσηνιακό κάμπο, τα καλοκαίρια που παραθερίζαμε εκεί. Το «έρχεται ο σινεμάς», ως κάλεσμα, ως κραυγή ξεσηκωτική, μου είναι αφάνταστα οικείο.

Μια επιτακτική ανάγκη, μια διορατικότητα, που επιβάλλει η αναζήτηση της γνώσης, μια άγρυπνη συνείδηση, παρακίνησαν την Ντίνα να φέρει στην επιφάνεια την ταυτότητα του Έλληνα σε μια συγκυρία που το περίβλημά της μοιάζει τραγικά ξεθωριασμένο. Με θέρμη οδηγήθηκε και μας οδηγεί σε σκέψεις, μονοπάτια, παρεκκλίσεις. Γνωρίζει καλά να επεξεργάζεται το υλικό της, να κάνει ρεπορτάζ, να ασκεί κριτική, κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις. Με οπλοστάσιό της την τεχνική, κόβει και μοντάρει εικόνες, προβάλλει τις αντιφάσεις, τις υπερβολές, μέσα από ένα πρίσμα αφηγηματικής δεινότητας.

Με καταγωγή από την Ήπειρο, την Ήπειρο των γενναίων, των ευεργετών, των θεών και των θρύλων, με αμέτρητα ταξίδια ανά την Ελλάδα, η Ντίνα σαν έφηβος με το σακίδιο στην πλάτη, διέσχισε μια εποχή αναζητώντας το πραγματικό της νόημα, γνώρισε καλά τους ξεχασμένους τόπους, προσανατολίστηκε μέσα σε μια γενικότερη παραζάλη.

Ο χειρισμός των εικόνων, το χιούμορ, η σαρκαστική μερικές φορές αντιμετώπιση, η αίσθηση του αλλοτινού, η τρυφερότητα για τους ανθρώπους, η αγάπη της για την ύπαιθρο χώρα απαντούν ούτε λίγο ούτε πολύ στην πραγματικότητά μας την εικονική, αυτή των μέσων ενημέρωσης, της εύκολης πληροφόρησης και παραπληροφόρησης, του ασήμαντου που μέσα σε ένα σάπιο σκηνικό αποκτά δήθεν δραματικές διαστάσεις.

Τι είναι δραματικό; Τι είναι αληθινό; Τι έχει λόγο ύπαρξης; Τι πρέπει να πεθάνει; Εδώ η Ντίνα, ως δημιουργός, ξαναελέγχει, επαναφέρει κατευθύνσεις και σταυροδρόμια που είναι η ίδια μας η ζωή.

Πραγματοποιεί μια σπουδή στον έρωτα και τον χρόνο, την πολιτική και την ιστορία, τον σπαραγμό ενός έθνους. Δεν παύει όμως να αναζητά τα λόγια των άλλων, τις ορμήνειες, την καθημερινή σοφία των απλών, των ταπεινών, των αθέατων, την αγνή και απλοική αλλά μεγαλειώδη τους ποίηση. Τα συνυφαίνει, τα ζυμώνει, τα γυρίζει στη γλώσσα μας, τα καταγράφει, με στιλπνότητα, διαύγεια και ήθος τα αφηγείται σ’ εμάς. Οι εικόνες της; Πολύχρωμες, ολοζώντανες, ερεθιστικές. Στις «φουρκέτες» του Αχλαδόκαμπου όλο το λεωφορείο υποφέρει από ιλίγγους, ένα φορτηγό «Σκάνια» παίρνει αγκομαχώντας τον ανήφορο, η οδός Θόλου στην Πλάκα γεμάτη κόσμο που μπαινοβγαίνει στις μπουάτ, το αμπέλι με το σαββατιανό, η ξυλόσομπα και η σιγανή βροχή, τα στραγάλια με το κονιάκ.

Μας μιλάει για ανθρώπους που διεκδικούν το καλύτερο και ξέρουν ότι μπορούν να το ακουμπήσουν.

Ξαναχτίζει, ανασύρει απ’ το βυθό των περασμένων τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Όπως η τεχνολογία και οι νέες ευκαιρίες που φέρνει, η ακμή του ελληνικού κινηματογράφου, η επικοινωνία αλλά και η εσωστρέφεια, η απέραντη μοναξιά της ελληνικής περιφέρειας, οι αντιφάσεις της.

« Έρχεται ο σινεμάς», το ακούω, φοράω το φόρεμά μου το καλό και την κορδέλα στην αλογοουρά, σπεύδω, να ζήσω το όνειρο, σε μια πλατεία με καφενείο και ψάθινες καρέκλες και πλατάνια και κλαρωτά καλοκαιρινά υφάσματα με χρώματα.

Η φίλη μου η Ντίνα παραδίπλα κεντά. Βελονιά τη βελονιά. Ένα καμβά που αποκτά μοναδικό λόγο, θελκτικό ρόλο και αυτόνομη δύναμη.

Παράλληλες ιστορίες, βαθμίδες ανάγνωσης εν είδει παλιμψήστου επιτρέπουν στον αναγνώστη να περνά από εμπειρίες προσωπικές σε ερμηνείες ιστορικής εγκυρότητας.

Τι την ώθησε να λάβει το λόγο με αυτό τον τρόπο; Η Λακωνία, οι άνθρωποί της; Η φύση της; Τα κύματα που σπάνε στην καμπύλη του γιαλού και η Ντίνα με ένα τσιγάρο στο χέρι ατενίζει στοχαστικά από ψηλά; Τα κυπαρίσσια, οι στέρνες και οι αγροικίες, τα βήματά της στη ζεστή άμμο, τα τύμπανα μια τοπικής φιλαρμονικής που έπεσαν από κουρασμένα χέρια, ένα παλιός προτζέκτορας εγκαταλελειμμένος, το λεύκωμα ενός παιδιού παντοτινά πεθαμένου εδώ και πολύ καιρό, που ανέσυρε από τη λήθη;

Η Ιστορία που μας προλαβαίνει και τα γεγονότα που μας ξεπερνούν;

«Έρχεται ο σινεμάς». Ακόμα κι αν η ταινία που φέρνει είναι μια φαρσοκωμωδία η πλατεία όσο να πεις έχει το χάζι της.

Λάτρεψα τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, τη μάνα, τον επίμονο κινηματογραφιστή, αυτόν τον παθιασμένο άντρα, την αρραβωνιαστικιά με τον λυτρωτικό της έρωτα, μια προθήκη μορφών αρχετυπικών.

Και κυρίως τη «Βίκυ». Γιατί η «Βίκυ» δεν είναι μηχανή, δεν είναι αντικείμενο. Είναι πρόσωπο που δρα, που συμμετέχει, που πρωταγωνιστεί. Έχει ψυχή, διαβαίνει χρόνους, διαβαίνει τόπους, ζωές. Έρχεται με την άνοιξη και φέρνει μέσα της την αυγή.

Η συγγραφέας έχει το χάρισμα να σκύβει, να αφουγκράζεται, να ακούει σαν καλλιτέχνης και σαν εξομολόγος ταυτόχρονα και έτσι να εμβαθύνει στους χαρακτήρες της. Με μια ένδειξη καθαρής ανάγκης αφομοιώνει το παρελθόν για να απαντήσει στο παρόν, για να συναντήσει το μέλλον.

Καταδύεται στον εαυτό της, στα καταφύγια του ονείρου, εκεί που πηγάζει η ζωή μας, εκεί που η καρδιά μας μάς λέει «μάθε να ζεις, όχι απλώς να επιβιώνεις».

Με τη δίψα του ξέμπαρκου ναυτικού εξερεύνησε αυτό τον κόσμο, βίωσε τα δώρα του, βρήκε κάτι παλιά σπάνια κοσμήματα και τα γυάλισε μέχρι που έλαμψαν. Εντόπισε στην εσωτερική ομορφιά τους αλήθειες-μαθήματα για τη ζωή που ζούμε. Ένα κόσμο γρήγορα ξεχασμένο, αλλά αφόρητα οικείο. Το σταμάτημα του χρόνου, η απέραντη σιωπή, η απομόνωση του ήχου και των αρωμάτων. Προσιτά, επαναλαμβανόμενα κοντράστ, είσοδοι-έξοδοι, διαδρομές, επιλογές, υπόγειες διαφυγές του ασυνείδητου, ονείρατα.

Η Ντίνα Εξάρχου δύσκολα κατηγοριοποιείται. Αναμφισβήτητα δημιουργεί αντιθέσεις και προκλήσεις με μια νοσταλγική, αισιόδοξη και ρεαλιστική ματιά, στοιχηματίζει, ρισκάρει, διαφωνεί, ταυτίζεται.

Σαν ακαταπόνητος διαβάτης, σαν άυπνος ονειροπόλος συλλέγει εντυπώσεις, συγκεντρώνει εμπειρίες, ακατάπαυστα σημειώνει σε ημερολόγιο σκέψης και ο εξωτερικός κόσμος μετατρέπεται για αυτήν σε μια εσωτερική πραγματικότητα.

Με το ένα πόδι στη φαντασία, με τη μαχητικότητα και το πνεύμα περιέργειας της παιδικής ηλικίας, βάζει όνειρα στον ορίζοντά της. Αρκετά μεγάλα, ώστε να μη τα χάνει το βλέμμα της όταν τα κυνηγάει.

Ο Νίτσε λέει: « Σε κάθε αυθεντικό άνθρωπο υπάρχει ένα παιδί που θέλει να παίξει».

Αυτό δεν είναι ένα παραμύθι για να κοιμηθούν τα παιδιά, αυτό είναι ένα παραμύθι για να ξυπνήσουν οι ενήλικες!

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Έφη Δούλη για την εφημερίδα «ΜΕΤΕΩΡΑ» της Καλαμπάκας (12-10-2012)

tameteora-logo
Ερώτηση: Αν αναζητούσαμε τις πηγές της έμπνευσής σας, κυρία Εξάρχου, ποιο θα ήταν το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε; Απάντηση: Δεν υπάρχει «καλύτερο». Όλες οι πηγές της έμπνευσής μου έχουν ένα ...

ΕΙΡΗΝΗ ΑΙΒΑΛΙΩΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ «www.catisart.gr»

catisart_logo
Πρωτοσυναντηθήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Εργαζόμασταν στην ίδια εφημερίδα. Τη γνωρίζω και την εκτιμώ ως γυναίκα με αληθινό επαγγελματικό ανάστημα. Η Ντίνα Εξάρχου είναι μια μοναδικής ποιότητας δημοσιογράφος ...

ΤΙΝΑ ΠΑΝΩΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ» (22 Ιουνίου 2012)

Radiotileorasi_logo
Δημοσιογράφος: Τι ωραία ιστορία, ένα παιδί της επαρχίας του 1960 να μην έχει όνειρο το Πολυτεχνείο, να μην μπαρκάρει, αλλά να θέλει να γίνει κινηματογραφιστής… Συγγραφέας: Δεν το είχε ανάγκη το ...