Σε βλέπω

Στα πανηγύρια του χωριού

σε βλέπω
μικρούλα,
Ηπειρωτοπούλα,
με το καλό σου φουστανάκι
στου χορού τον κύκλο
να κάνεις γύρους
να γελάς

και να πηδάς…

Έξω απ΄ τις τάξεις όλες

του δημοτικού σχολείου
σε βλέπω σκασιάρχισα
γιατί, όπως έλεγες,

έμπαινε ο ήλιος απ΄τα τζάμια

και σε στράβωνε.

Δεκαεξάχρονη σε βλέπω ύστερα
να πνίγεσαι στου πρώτου έρωτα το κλάμα.

Στο δρόμο για τα Γιάννενα

σε βλέπω αργότερα
προσφυγοπούλα
μέσα στο τσούρμο των συγχωριανών σου
να τρέμεις απ’ το φόβο και το κρύο,
να πεινάς,

στις λάσπες να τσαλαβουτάς
και από πάνω σου

τα βομβαρδιστικά του Μουσολίνι 
να σκορπάνε θάνατο.
Σε βλέπω
στην κατοχική Αθήνα

στου Ρέντη τα χωράφια

να μαζεύεις λαχανίδες

για να τις βράσει η μάνα σου

και να τις φάτε αλάδωτες.
Σε βλέπω
στην απελευθέρωση σημαιοφόρο 
με την κορδέλα στα μαλλιά την άσπρη
 και στο κατόπι σου οι εργάτες του Καράκαλου
να τραγουδούν
«είμαστε εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου».
Σε βλέπω
μωρομάνα ύστερα

τον μετανάστη «Αμερικανό» πατέρα σου
να πρωτοσυναντάς

που είχε έρθει στην πατρίδα επισκέπτης.

Στο «παραπέτασμα» το ¨σιδηρούν»

να στέλνεις γράμματα σε βλέπω

παρηγορώντας τις μανάδες

που είχανε αφήσει στην Ελλάδα τα παιδιά τους

στις «παιδοπόλεις» της βασίλισσας.

Γράμματα ανορθόγραφα
κρησαρισμένα από την ελληνική λογοκρισία
και καταχωρημένα
στην Ασφάλεια στο «φάκελό» σου.
Σε βλέπω
να κλειδώνεις το μπακάλικο το μεσημέρι
και να γυαλίζεις τα μωσαϊκά

του νεόχτιστου σπιτιού σου.

Σε βλέπω
στα νοσοκομεία άρρωστη
να κάνεις σκόνη δυο καρκίνους.
Σε βλέπω
στο νεκροταφείο
το παιδί σου να μοιρολογάς.
Σε βλέπω
να οδοιπορείς με το μπαστούνι
να φτάνεις τα ενενήντα πέντε
και να απειλείς να τους «λιανίσεις»
εκείνους που σε λέγανε «γριά»!
Σε βλέπω,
σε βλέπω…
Και που δεν σε βλέπω…

Δικό σου
τίποτα δεν άφησα να πάει χαμένο.
Όλα σου τα κακά
κι όλα σου τα καλά
τα πήρα,
εκτός απ’ τα υπέροχα τα γαλανά σου μάτια.
Ακόμα και τη χαζομεγαλομανία σου
την κληρονόμησα.
Ηλιακό καντήλι

έβαλα στο μνήμα σου
για να στο ανάβει ο ίδιος ο Θεός
όταν έχει τα κέφια του!