Θάνατος ή σωτηρία;

Ψηλόκορμη, ορμητική φωτιά
τρώει τα ξερά και τα χλωρά του κήπου μας
στη ντάλα του καλοκαιριάτικου μεσημεριού
κι εμείς κοιμόμαστε.
Τρίζει ο τόπος ρυθμικά στο πέρασμά της
κι εμείς κοιμόμαστε.
Φλόγες χωρίς καπνό και οσμή
κοντά στα κουφωτά παράθυρά μας
κι εμείς κοιμόμαστε.
Ξυπνώντας το απόγευμα
μούσκεμα στον ιδρώτα
ακούμε το τσιτσίρισμα στον κήπο

και φωνάζουμε:
«Θεέ και Κύριε!
Δεν έχεις έλεος
για τα φτωχά παιδιά σου!
Σαν να μην έφτανετο ψήσιμό μας
στον πυρετό του Ιούλη.
Σαν να μην έφταναν
των δέντρων μας τα φύλλα
τα βρασμένα από τη ζέστη
και την ανομβρία
σαν να μην έφταναν
οι πυρωμένες των σπιτιών μας

τσιμεντόπλακες 

σαν να μην έφτανε
η χυλωμένη άσφαλτος
έξω, στο δρόμο
μας στέλνεις τώρα και φωτιά
να μας αποτελειώσεις;»!
Τρέχοντας στην αυλή μισόγυμνοι
πέφτουμε πάνω στο ανέλπιστο:
Δεν καίει φωτιά τον κήπο μας.
Νεράκι τρέχει από τη βρύση
που ξεχάσαμε ανοιχτή
και τον ποτίζει.
Τρίζει, βογκάει η αυλή μας ανακουφισμένη

απ΄ το μαρτύριο του καύσωνα
όπως θα έτριζε και θα βογκούσε
αν τη δαγκώνανε πύρινα δόντια.
Το ίδιο βογκητό, ακριβώς
το ίδιο τρίξιμο.
Από τα ταπεινά γεννήματα της γης
βγαίνει ένα μήνυμα μεγάλο και τρανό:
Όταν τ΄αφτιά σου ακούσουνε
τον ήχο του θανάτου
τα μάτια σου μπορεί να δουν
τη σωτηρία ολόρθη ενώπιόν σου.