Στα τέκνα σας να το΄βρετε

Το τρέξιμό της το ασυλλόγιστο
ψάχνοντας να΄βρει την αλήθεια
στο σκοτεινό φαράγγι
που το λέγανε «του σατανά»
την έφερε.
«Μην προχωράς»
της φώναξε ο κόσμος
ο μαρμαρωμένος απ΄το φόβο
στου φαραγγιού το έμπα.
«Μην προχωράς, θα μετανιώσεις, γύρνα πίσω».
Συνέχισε να τρέχει μέσα στο φαράγγι
πηδώντας πάνω απ΄τα κοτρόνια
πάνω απ΄τα κούτσουρα
πάνω απ΄τα κορμιά τα σαπισμένα, τα άταφα
των νέων που είχανε πεθάνει
με τη σύριγγα στη φλέβα.
Συνέχισε να τρέχει μέσα στο φαράγγι
με την ηχώ από τα παρακάλια των ανθρώπων
που είχαν μείνει πίσω της
να της τρυπάει τ΄αφτιά:
«Μην προχωράς
σταμάτα εκεί που είσαι
γύρνα πίσω
θα το μετανιώσεις».
Στους πάγκους με τα αγαθά του σατανά
οι έμποροι της ηρωίνης
και τα «βαποράκια» τους
ανάβαν τις ασετυλίνες
και γελούσαν, ξεκαρδίζονταν
καθώς τη βλέπαν
να περνάει ανάμεσά τους
και λαχανιασμένη
να τους καταριέται:
«Στα τέκνα σας να το΄βρετε
ετούτο το κακό που κάνετε.
Με τα παιδιά σας να πληρώσετε
κακούργοι».
«Εϊ, κακομοίρα,της φωνάζανε,
ήρθε το τέλος σου
και ψήλωσε ο νους σου».
Στο αρχηγείο των φονιάδων έφτασε
την ώρα που άρχιζε
το πανηγύρι του «λευκού» θανάτου
με τους ναργιλέδες και τα ντέφια
κι ο αρχιστράτηγος του σατανά
έδινε τα προστάγματα
στους στρατηγούς
στους ταξιάρχους
στους συνταγματάρχες.
Ο αρχιστράτηγος του σατανά
μια εκατόχρονη γυναίκα
με στριγκλιές δεκαοχτάχρονης.
Θεέ μου,

αρχιστράτηγος του εωσφόρου

η μάνα της!

Έβαλε κι η γριά τα γέλια

ξεκαρδίστηκε

βλέποντας το παιδί της στήλη άλατος

ενώπιόν της.

«Σάμπως να ψήλωσε κι εσένα ο νους σου»

τσίριξε στην παγωμένη θυγατέρα.

Μια λάβα που σιγόβραζε

ανατινάχτηκε  

στα σωθικά της κόρης

κι έσπασε τον πάγο.

Τραντάχτηκαν τα νεύρα  

βρόντησε η καρδιά

πύρωσε το κεφάλι ολόκληρο 
δάκρυα και αίμα έτρεξαν από τα μάτια…
Όρμησε στη γριά
την άρπαξε απ΄τα λιγοστά μαλλιά.

«Κάτω τα χέρια, άνανδρη, απ΄τη γερόντισσα»

ούρλιαξε ένας ένστολος του ναρκοεμπορίου.

Έσυρε η θυγατέρα τη γριά τη μάνα της

απ΄τα μαλλιά

της τα ξερίζωσε

κι ώσπου να φάει πισώπλατα

κάποιου φρουρού τη μαχαιριά

πρόλαβε και ξεστόμισε

την τελευταία της κατάρα:

«Στο τέκνο σου να το΄βρεις, μάνα.

Με το μοναχοπαίδι σου

να το πληρώσεις».